• +30 2109319091
  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Χρήστος Ζερβής Ψυχαναλυτής: Ο ρόλος του άγχους στην ψυχική λειτουργία | Τα Νέα της Ειδικής Αγωγής & Εκπαίδευσης

ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗΣ ΠΑΙΔΙΨΥΧΙΑΤΡΟΣ ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ

Ο ρόλος του άγχους στην ψυχική λειτουργία

 

Χρήστος Ζερβής

Διδάσκων Ψυχαναλυτής της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Ψυχίατρος, Παιδοψυχίατρος, Διευθυντής στο Τμήμα Ψυχιατρικής Εφήβων & Νέων του Γ.Ν.Α. «Γ. Γεννηματάς», Μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων (S.P.P.)

 

 

Oρισμοί

Το άγχος είναι ένα δυσάρεστο συναίσθημα εσωτερικής έντασης συνοδευόμενο από νευροφυτικού τύπου σωματικές διαταραχές. Πρόκειται για ένα συναίσθημα που αφορά τον άνθρωπο, τουλάχιστον τον σύγχρονο άνθρωπο, σε μια καθολική κλίμακα, είτε αυτός είναι ψυχικά «φυσιολογικός» είτε όχι.

Tο άγχος, ως όρος στα ελληνικά, έχει αρχαίες ρίζες. Αφορούσε αρχικά τη σωματική διάσταση της ανησυχίας. Στην αρχαία ελληνική άγχω σημαίνει συνήθως σφίγγω ή πνίγω, στον δε Iπποκράτη πνίγομαι. Στα αγγλικά χρησιμοποιείται ένας μόνον όρος για την ανησυχία και το άγχος (anxiety). Στα γαλλικά, ο αντίστοιχος όρος του άγχους είναι anxiété ή angoisse. O δεύτερoς όρος προέρχεται από τον λατινικό όρο angusta που σημαίνει στενότητα.

 

Η εν λόγω δυσάρεστη αίσθηση που δημιουργεί το άγχος περιλαμβάνει κάποιον ακαθόριστο φόβο και δυσάρεστη προσμονή για κάτι που μπορεί να συμβεί και να είναι επικίνδυνο. Συχνά συνοδεύεται από σωματικές εκδηλώσεις του τύπου λαχάνιασμα και ταχυκαρδία, εφίδρωση, ζάλη, μυϊκή ένταση, γαστρο-εντερικές διαταραχές.

Το άγχος ορίστηκε από τον  Pierre Janet στις αρχές του 20ου αιώνα ως «φόβος χωρίς αντικείμενο», με την έννοια ότι δεν συνδέεται με ένα εντοπισμένο, συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο θα ήταν «υπεύθυνο» για την έκλυσή της. O ορισμός αυτός είναι πάντοτε γενικά αποδεκτός, παρότι δεν προσφέρεται να οδηγήσει στον εντελώς αντίθετο συλλογισμό, ότι το άγχος είναι νοητό ως έννοια μόνο όταν δεν υπάρχει κανένα εντοπισμένο «επικίνδυνο» για το άτομο αντικείμενο. Έτσι, θεωρείται ως άγχος το διάχυτα δυσάρεστο αυτό συναίσθημα που μπορεί να εκδηλωθεί μπροστά σε ένα φάσμα αντικειμένων, τα οποία ενδέχεται να εμπεριέχουν κάποιο κίνδυνο για το άτομο.

Αν αναζητήσουμε το λανθάνον νόημα των διαφόρων εκδηλώσεων άγχους αυτό δεν είναι πάντα εύκολο να ανευρεθεί, γιατί το άγχος έχει το χαρακτηριστικό ότι μπορεί να συνδεθεί σχεδόν με οποιαδήποτε συμβολική έκφραση που μπορεί να του «προσφερθεί» από τις περιστάσεις. Το άγχος που φαίνεται να μη συνοδεύεται από οιοδήποτε ψυχικό περιεχόμενο αναφέρεται ως «ελευθέρως επιπλέον ή κυμαινόμενο άγχος» (free-floating anxiety)

Εδώ θεραπευτικά θα βοηθήσει η κατανόηση της δομής του ατόμου και των καθηλώσεών του γενικότερα, προκειμένου να του αποδοθεί κάποιο νόημα μια δεδομένη στιγμή.

O φόβος από την άλλη πλευρά είναι η ψυχολογική συναισθηματική αντίδραση του ατόμου η οποία συνδέεται συχνά - αλλά όχι πάντοτε - με κάποιο «φοβογόνο», δηλαδή με ένα κατά κάποιο τρόπο επικίνδυνο για το άτομο αντικείμενο.

H φοβία, από την πλευρά της, αποτελεί συγκεκριμένη ψυχοπαθολογική οντότητα, που χαρακτηρίζεται από μια έντονα αγχώδη αντίδραση απέναντι σε συγκεκριμένο αντικείμενο ή συγκεκριμένη κατάσταση.

Tο στρες (stress) είναι έννοια που προέκυψε στη δεκαετία του 30, προταθείσα από τον Selye, ο οποίος διατύπωσε μια συγκεκριμένη θεωρία όσον αφορά την αντίδραση προσαρμογής του ατόμου απέναντι σε εξωτερικούς παράγοντες που επιδρούν επάνω σ' αυτό. Σύμφωνα με αυτήν την πρώτη διατύπωση το stress αποτελεί σύνολο μη ειδικών, ψυχικών και σωματικών αντιδράσεων του ατόμου, όταν αυτό βρίσκεται κάτω από συνθήκες που συνιστούν επίθεση εναντίον του. H σωματική διάσταση  αυτής της αντίδρασης είναι ιδιαιτέρως σημαντική, αφού εμπλέκει διάφορα συστήματα, όπως το νευρικό, το ενδοκρινολογικό, το ανοσοβιολογικό κ.α. Nεότερες απόψεις απομακρύνθηκαν από τη θέση της μη ειδικής, δηλαδή της γενικής αντίδρασης, με τον στρεσογόνο παράγοντα. Σε μια πιο σύγχρονη προσέγγιση, υποστηρίζεται αυτή τη στιγμή ότι αυτό που εξειδικεύει την κάθε αντίδραση είναι λιγότερο ο χαρακτήρας του στρεσογόνου παράγοντα όσο ο τρόπος με τον οποίο το άτομο δέχεται, ερμηνεύει αυτόν τον παράγοντα.

H έννοια του στρες βρίσκει σημαντική εφαρμογή στην ψυχοσωματική ιατρική.

Tο φυσιολογικό ή μη αυτών των ψυχολογικών καταστάσεων (εκτός από τη φοβία που θεωρείται εξ ορισμού παθολογική) εξαρτάται από την αντιστοιχία ή μη - όσον αφορά την ένταση ή την ποιότητα αυτών των συναισθημάτων - με τις περιστάσεις που τις προκαλούν. Στην περίπτωση του φόβου, αυτός θεωρείται φυσιολογική αντίδραση, αν υπάρχει πραγματικός λόγος φόβου απέναντι σε ένα αντικείμενο, δηλαδή αν αυτό το αντικείμενο αντιπροσωπεύει πραγματικά ένα κίνδυνο. Όσον αφορά το άγχος, η κατάσταση είναι περισσότερο περίπλοκη. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι ένας ορισμένος βαθμός άγχους είναι δικαιολογημένος - το άγχος μπορεί να είναι φυσιολογική αντίδραση - κάτω από ορισμένες περιστάσεις, δηλαδή όταν το άτομο διαισθάνεται την απειλή από κάποιον ασαφή κίνδυνο στο πλαίσιο κάποιων γενικών συνθηκών που το περιβάλλουν και ετοιμάζεται προκαταβολικά να αντιδράσει θέτοντας τον εαυτό του σε εγρήγορση.

Tο άγχος, σε παθολογικό βαθμό, μπορεί να έχει ψυχογενή προέλευση ή μπορεί να είναι συνέπεια σωματικής πάθησης. Σ' αυτή τη δεύτερη περίπτωση ενδέχεται να είναι πρωτογενές, οφειλόμενο στην πάθηση αυτή καθεαυτή, ή δευτερογενές, ως ψυχολογική αντίδραση απέναντι στα προβλήματα που δημιουργεί η σωματική πάθηση. Tο πρωτογενές σωματικό άγχος είναι συχνό σε νευρολογικές και ενδοκρινολογικές ασθένειες.

H αγχώδης νεύρωση ή διαταραχή γενικευμένου άγχους αποτελεί κλινική οντότητα που περιγράφηκε από τον Φρόυντ, ο οποίος την υπήγαγε, στο πλαίσιο μιας πρώτης προσέγγισης του άγχους που επιχείρησε, στις ενεστώτες νευρώσεις. Xαρακτηρίζεται από παροξυσμικά επεισόδια άγχους, επάνω όμως σε φόντο μονίμου λανθάνοντος άγχους. Οι κρίσεις πανικού είναι πολύ έντονες κρίσεις άγχους, που περιλαμβάνουν τρόμο, αίσθηση απώλειας ελέγχου και αβοηθησίας, όπως και έντονες σωματικές εκδηλώσεις.

Kλινική εικόνα αγχώδους διαταραχής

Για να δώσουμε μιαν εικόνα αγχώδους κατάστασης, τόσο με χρόνια όσο και με παροξυσμικά στοιχεία, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν της αγχώδους διαταραχής.  

H αγχώδης προσμονή αποτελεί ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της διαταραχής γενικευμένου άγχους και συνίσταται στη συχνή ή διαρκή ανήσυχη αναμονή συμβάντων, προβλεπομένων ή εκτάκτων, που το άτομο φοβάται ότι θα το εμπλέξουν σε μεγάλα προβλήματα, εμπεριέχοντα απρόβλεπτες καταστάσεις. Oι ανησυχίες αφορούν διάφορες δραστηριότητες του ατόμου, όπως επαγγελματικές και κοινωνικές, ή άλλα ενδεχομένως προσωπικά ή οικογενειακά θέματα, συχνά προβλήματα υγείας, που προκύπτουν στη ζωή του ή τη ζωή των ανθρώπων του στενού περιβάλλοντός του.

Tο άτομο έχει μια δυσάρεστη αίσθηση εσωτερικής έντασης, βρίσκεται σε διαρκή συναγερμό, κάνει σκέψεις που αφορούν το μέλλον, φανταζόμενο καταστροφικά σενάρια γι αυτό που μπορεί να του συμβεί. Aισθάνεται ότι δεν μπορεί να ελέγξει αυτήν την ανησυχία. Tα καθημερινά προβλήματα παίρνουν μεγάλες διαστάσεις, αντιμετωπίζονται δε με πολλές αμφιβολίες και με μεγάλη αναποφασιστικότητα. Tο άτομο έχει συνεχή ανάγκη να το καθησυχάζουν και ζεί με πολύ επώδυνο τρόπο τους αποχωρισμούς.

κρίσεις εντόνου άγχους που προκύπτουν ενίοτε μπορούν να προκαλέσουν καταστάσεις πραγματικής αποπροσωποποίησης ή αποπραγματοποίησης, δίνοντας στο άτομο εμφάνιση παράφρονα, μολονότι δεν υπάρχει καμιά σχέση με την ψυχωτική συμπτωματολογία.

H αγχώδης συμπτωματολογία συνήθως προκαλεί ψυχοσωματική αναστολή, μερικές φορές όμως αυτή μπορεί να καλυφθεί από εξωτερική εμφάνιση διέγερσης, η οποία είναι άτακτη και χωρίς παραγωγικότητα.    

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι αρχικά η αύξηση της ανησυχίας και κατά συνέπεια της εγρήγορσης αυξάνει τις πνευματικές επιδόσεις του ατόμου, όταν όμως η ένταση αυτής της ανησυχίας ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο, προκαλείται πτώση των πνευματικών επιδόσεων του ατόμου, της ικανότητας σκέψης και κρίσης που επιδεικνύει.  

Kάποια επιθετικότητα μπορεί να παρατηρηθεί σε καταστάσεις εντόνου άγχους αλλά δεν είναι κατευθυνόμενη, παίρνοντας κυρίως τη μορφή κρίσεων ψυχοσωματικής εκτόνωσης.

σωματικές εκδηλώσεις του άγχους είναι πολύμορφες και μερικές φορές μπορούν να εξαπατήσουν δίνοντας την εντύπωση οξέος οργανικού προβλήματος.

Περισσότερο συχνά αφορούν το καρδιοαναπνευστικό σύστημα (ταχυκαρδία, αρρυθμίες, προκάρδιο άλγος, διακυμάνσεις της αρτηριακής πίεσης, δύσπνοια, παροξυσμικός νευρικός βήχας κ.α.). Mπορούν όμως να εκδηλωθούν και στο πεπτικό (ναυτία, διάρροια, στομαχικοί και εντερικοί σπασμοί κ.α.), στο ουρογεννητικό (συχνουρία, σεξουαλικές διαταραχές ανασταλτικού τύπου κ.α.), στο νευρομυιϊκό (μυϊκή σύσπαση και άλγη, κεφαλαλγίες, κρίσεις ιλίγγου, αστάθεια κατά τη βάδιση κ.α.), στο νευροφυτικό (εφιδρώσεις, ωχρότητα κ.α.).

Tο άτομο αισθάνεται συχνά διαρκή μυϊκή ένταση που το εμποδίζει να χαλαρώσει και την οποία προσπαθεί να εκτονώσει μέσα από την κίνηση. Aισθάνεται συχνή ή διαρκή κόπωση, ένα είδος εξάντλησης αλλά βρίσκεται σε αδυναμία να βρει μια θέση ανάπαυσης.

Το άγχος στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής προσέγγισης

Το άγχος έπαιξε και συνεχίζει  να παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της.

Στην ψυχαναλυτική προσέγγιση το συναίσθημα κατέχει ένα σημαντικό ρόλο και η μελέτη του οδηγεί σχεδόν πάντα στο θέμα του άγχους. Επίσης, οι ασθενείς που έρχονται για ψυχανάλυση ή ψυχοθεραπεία πολύ συχνά ταλαιπωρούνται από το άγχος. Επί πλέον, το άγχος του αναλυομένου, όταν προκύπτει, είναι σημαντικό για τον αναλυτή, ως δείκτης ασυνείδητης σύγκρουσης. Η δε ανάλυση του τρόπου με τον οποίο ο αναλυόμενος, στην προσωπική του ιστορία και ιδίως κατά τα παιδικά χρόνια, είχε διαχειριστεί τα συνήθη άγχη που αφορούσαν τα διάφορα στάδια της ζωής του, είναι ένα σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της προβληματικής του.

Θα δούμε ότι, θεωρούμενο από ψυχαναλυτική σκοπιά, γίνεται η διάκριση ανάμεσα στο άγχος που σχετίζεται με εσωτερικούς, ασυνείδητους κινδύνους και αυτό που συνδέεται με εξωτερικές, απτές απειλές. Συχνά όμως αυτή η διάκριση δεν είναι σαφής και το εσωτερικό καθρεφτίζεται με το εξωτερικό σε συνθήκες άγχους, καθώς τα μεν διαμορφώνουν και τα δε.

Κατά τον Freud, η διάκριση ανάμεσα στο φόβο και το άγχος δεν είναι σαφής, και με αυτήν την έννοια ο όρος Angst δεν σημαίνει αναγκαστικά (όπως ο όρος angoisse στα γαλλικά) άγχος, δηλαδή ότι δεν υπάρχει αντικείμενο.

Ο Φρόυντ διατύπωσε διαδοχικά δύο θεωρίες για ο άγχος. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δεύτερη ακύρωσε ολοκληρωτικά την πρώτη.

Η πρώτη του θεωρία για το άγχος θεωρούσε το τελευταίο ως το αποτέλεσμα της μη δέσμευσης της ψυχικής ενέργειας. Ήδη από το 1894 ο Φρόυντ υποστήριξε την ύπαρξη ενός συνδρόμου αγχώδους νεύρωσης, την οποία κατέταξε στις ενεστώσες νευρώσεις. Αρχικά είχε θεωρήσει ότι οι τελευταίες προκαλούνται από περιορισμένη σεξουαλική δραστηριότητα. Η τελευταία μπορεί να μετατραπεί μέσα από τις ψυχονευρώσεις σε άγχος.

Πιο συγκεκριμένα, η αγχώδης νεύρωση θεωρήθηκε αρχικά από τον Φρόυντ ότι οφείλεται σε σεξουαλική αποστέρηση που έχει σχέση με, επί του παρόντος, σεξουαλική καταστολή και αποχή ή σεξουαλική ατελή ικανοποίηση Aφορά δηλαδή αδυναμία εκτόνωσης και διοχέτευσης της σεξουαλικής ενέργειας είτε σε σωματικό επίπεδο είτε μέσω ψυχικής επεξεργασίας, κάτι το οποίο οδηγεί στην έκλυσή της με τη μορφή άγχους. O όρος «ενεστώσες νευρώσεις» χρησιμοποιείται από τον Φρόυντ σε αντιδιαστολή με αυτόν των «ψυχονευρώσεων άμυνας» για να υποδηλώσει ότι, σε αντίθεση με τις τελευταίες, τα συμπτώματα στις ενεστώσες νευρώσεις δεν αποτελούν συμβολική έκφραση ψυχο-συγκρούσεων της παιδικής ηλικίας ή της προηγούμενης ζωής γενικότερα αλλά  ότι συνδέονται με παρούσα αναστολή της σεξουαλικής έκφρασης.

Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, το άγχος είναι αποτέλεσμα ενός ποσοτικού φαινομένου, θεωρείται αποτέλεσμα μεταλλαγής της λιμπιντικής ενέργειας, που για κάποιους λόγους δεν βρήκε άλλη έκφραση.

Στην περίπτωση δε της φοβίας, όπως στον μικρό Χανς, ο Φρόυντ θεώρησε ότι συμπτώματα όπως οι φοβίες, μπορεί να χρησιμεύουν για να δεσμεύσουν το άγχος που προέρχεται από μη εκφορτισμένη  libido (αγχώδης υστερία).

Aργότερα όμως (1926), ο Φρόυντ εγκατέλειψε αυτή τη θέση για το άγχος, ή μάλλον υιοθέτησε μια νέα, συνεχίζοντας όμως να αναγνωρίζει και κάποιες διαστάσεις της παλαιότερης.

Η δεύτερη θεωρία για το άγχος συνδέεται με την ανάπτυξη της 2ης τοπικής.  Στο πλαίσιο της δεύτερης θεωρίας για το άγχος, αυτό δεν θα εκλαμβάνεται πλέον ως ένα υποπροϊόν της μη εκφορτισμένης λίμπιντο, αλλά ως μια απάντηση ενός ενεργού Εγώ απέναντι σε ένα πιθανό κίνδυνο.

Σε αυτή τη θεωρία, ο Φρόυντ (1926) περιγράφει δύο τύποι άγχους. Το αυτόματο άγχος, είναι το άγχος που προκύπτει όταν υπάρχει μια μεγάλη εισβολή διεγέρσεων, η οποία ξεπερνά τις δυνατότητες του αλεξιδιεγερτικού συστήματος, προκαλώντας τραυματισμό. Πρότυπη κατάσταση αυτού του είδους είναι ο τραυματισμός της γέννησης (Rank, 1924). Με την πάροδο του χρόνου, το Εγώ αναπτύσσει την ικανότητα να προβλέπει το επικίνδυνο των σεξουαλικών και επιθετικών ώσεων και να δημιουργεί ένα σήμα άγχους (δεύτερος τύπος άγχους) απέναντι σε νέες καταστάσεις που μπορεί να θυμίσουν κίνδυνο. Εδώ έχουμε θέμα εξωτερικών καταστάσεων που κινητοποιούν καθηλώσεις. Για παράδειγμα στην εφηβεία έχουμε συχνά τέτοιες καταστάσεις, από το γεγονός ότι επανα-κινητοποιούνται βασικές δομικές συγκρούσεις που προέρχονται από το παρελθόν, και οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν (και) άγχος.

Το σήμα άγχους αποτελεί μικρογραφία του άγχους που βιώθηκε σε κάποια προηγούμενη στιγμή, σε τραυματικές συνθήκες, και σκοπός του είναι η κινητοποίηση των αμυντικών διεργασιών

Έτσι, το σήμα άγχους δεν εκλύεται μόνο για λόγους κινδύνου εξαιτίας μεγάλης έντασης διέγερσης. Μπορεί να εκλυθεί ως μνημονικό σύμβολο ή συναισθηματικό σύμβολο μιας κατάστασης που έχει βιωθεί παλαιότερα, που είναι έτοιμη να αναπαραχθεί ενώ θα ήταν ψυχικά προτιμότερο να αποφευχθεί εξαιτίας του επώδυνου ή/και επικίνδυνου χαρακτήρα της.

Το σήμα άγχους οδηγεί σε συμβιβαστικούς σχηματισμούς επιθυμιών και άμυνας. Αυτοί μπορεί να συνιστούν σύμπτωμα, μπορεί όμως και όχι. Στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας η εκδήλωση άγχους, στα όνειρα ή στο ξύπνιο, είναι ένδειξη ότι απέτυχαν άμυνες (ή και συμπτώματα) για την πλήρη προστασία ενάντια στο άγχος. Πρόκειται για αποτυχία απώθησης και για αποτυχία δόμησης νευρωτικών συμπτωμάτων.

Να σημειώσουμε ότι στη δεύτερη θεωρία του Φρόυντ για το άγχος, αυτό δεν θεωρείται μόνο ως ψυχοπαθολογικό αλλά και ως μια οικουμενική ανθρώπινη εμπειρία, αντανακλώντας την αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ επιθυμιών και τους φόβων απέναντι στον «κίνδυνο».

Η νέα αντίληψη για το άγχος παρόλα αυτά δεν εξαλείφει την εξήγηση της πρόκλησης του άγχους εξαιτίας του οικονομικού παράγοντα. Ένας από τους λόγους είναι ότι, όπως ήδη ειπώθηκε, το συναίσθημα άγχους, με την έννοια του σήματος άγχους, πρέπει να έχει βιωθεί παθητικά στο παρελθόν με τη μορφή του αυτόματου άγχους. Όμως για να συμβεί αυτό, για να κινητοποιηθεί το σήμα άγχους, πρέπει ήδη να έχει κινητοποιηθεί μια ορισμένη ποσότητα ψυχικής ενέργειας.

Σαν συνέπεια της 2ης αυτής θεωρίας, ο Φρόυντ αναγνώρισε βασικές καταστάσεις κινδύνου για τον ψυχισμό. Αυτές σχετίζονται με την απώλεια του αντικειμένου, της αγάπης του αντικειμένου ή με την απώλεια τμήματος του σώματος ή βλάβης αυτού. Τυπικές, πρότυπες καταστάσεις είναι αυτές του ευνουχισμού και της γέννησης.

Μετέπειτα ψυχαναλυτές περιέγραψαν άλλα τυπικά είδη άγχους, πέραν αυτών που περιέγραψε ο Φρόυντ. Έτσι περιγράφηκε το άγχος αποχωρισμού (Bowlby, 1960), το άγχος απέναντι στον ξένο ή άγχος του 8ου μήνα (Spitz, 1950), το άγχος αφανισμού, το διωκτικό άγχος και το καταθλιπτικό άγχος (Klein, 1935), το άγχος κατακερματισμού (Kohut, 1966).

Σχετικά με την άποψη της Klein πιο ειδικά, για το άγχος, αυτή ήταν, αρχικά, στην προέκταση της αναφοράς του Freud σε «πρώιμες καταστάσεις άγχους», ότι υπάρχουν φόβοι που γεννιούνται στο μικρό παιδί, ότι μπορεί να υπάρξει αντεκδίκηση μετά από τις σαδιστικές φαντασιώσεις επίθεσης που κάνει στο σώμα της μητέρας.

Αργότερα η Klein θα επιστρέψει στην ιδέα του Φρόυντ ότι το πιο βασικό άγχος αφορά την απώλεια του αντικειμένου. Η ίδια όμως τροποποίησε αυτή την ιδέα, αναφερόμενη στην απώλεια του εσωτερικού αγαπημένου αντικειμένου. Με την περιγραφή της σχιζοειδούς-παρανοειδούς φάσης (1946), η Klein ανέδειξε το άγχος εκμηδένισης του Εγώ εξαιτίας της έμφυτης ενόρμησης θανάτου. Έτσι στα επόμενα κείμενά της μιλά για διωκτικό άγχος. Αν θεωρήσουμε τη θέση της Klein πιο σφαιρικά, θα διαπιστώσουμε ότι αναγνωρίζει το άγχος σε κάθε φάση της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης.

Στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία έχει περιγραφεί επίσης και ένα πλήθος άλλων αγχών που δεν έχουν συγκεκριμένα ονόματα και τα οποία σχετίζονται με την προσκόλληση, την ασφάλεια του αντικειμένου, τον αποχωρισμό-εξατομίκευση και την προστασία του Εγώ.  

Όλα αυτά τα άγχη σχετίζονται με «κινδύνους» σε διάφορες αναπτυξιακές φάσεις. Ανάλογα όμως με καθηλώσεις που μπορούν να προκύψουν, ενδέχεται να παραμείνουν στην ψυχική λειτουργία και του ενηλίκου ατόμου και να ενεργοποιούνται κάτω από ειδικές περιστάσεις, όταν δηλαδή κάποια συμβάντα της ζωής μπορούν να θυμίσουν κινδύνους της πρώιμης παιδικής ηλικίας. Τότε μπορεί να προκληθεί άγχος ή/και συμπτώματα.

Μεταφροϋδικοί αναλυτές ασχολήθηκαν με την ικανότητα των παιδιών να αντέχουν ή να μην αντέχουν το άγχος. Αυτή φαίνεται να συνδέεται με παράγοντες όπως το ταμπεραμέντο του παιδιού, ο βαθμός ωρίμανσης του Εγώ του και οι άμυνες του, η εσωτερίκευση ή όχι ηρεμιστικών αλληλεπιδράσεων με πρόσωπα που φρόντισαν το παιδί όταν ήταν μικρό.

Σύμφωνα με τη θεώρηση του Sullivan, το άγχος είναι αποτέλεσμα μιας συναισθηματικής «μετάδοσης», που αφορά μια διαπροσωπική σχέση, όπου το άτομο βίωσε το άγχος της μητέρας ή την αποχή της.

Η θέση του άγχους με έναν αρνητικό τρόπο, ως άγχος που καταστέλλεται ή αρνητικοποιείται, μαζί με άλλα συναισθήματα, σε συνάρτηση με την κατάργηση των αναπαραστάσεων, είναι μια εκδοχή την οποία μελετά η ψυχοσωματική προσέγγιση. Εδώ είναι η απουσία του άγχους που συνιστά σύμπτωμα, αφού αποτελεί κατάσταση όπου λείπει η ψυχική έκφραση και στη θέση της έρχεται το σωματικό σύμπτωμα.

Bιβλιογραφία

Bergeret, G., Psychologie pathologique, Paris, Masson, 1979
    
Bowlby, J. (1960). Separation Anxiety. Int. J. Psycho-Anal., 41:89-113
 
Fenichel, O., La théorie psychanalytique des névroses, Paris, P.U.F., 1953

Freud, S. (1894). Draft E. How Anxiety Originates.  Extracts From The Fliess
    Papers. S.E. Volume I ( 1886-1899): 189-195

Freud, S. (1895), Sur la critique de la «névrose d'angoisse», in: Oeuvres
    complètes, vol. III,  Paris, P.U.F., 1989.

Freud, S. (1896), Nouvelles remarques sur les psychonévroses de défense,
    Névrose, psychose et perversion, Paris, P.U.F.

Freud, S. (1926). Inhibitions, Symptoms and Anxiety. S.E. Volume XX (1925-1926):  75-176.

Klein, M. (1935). A Contribution to the Psychogenesis of Manic-Depressive
    States. Int. J. Psycho-Anal., 16:145-174

Klein, M. (1946). Notes on Some Schizoid Mechanisms1. Int. J. Psycho-Anal.,
    27:99-110

Kohut, H. (1966). Forms and Transformations of Narcissism. J. Amer.
Psychoanal. Assn., 14:243-272
 
Laplanche, J. ET Pontalis, J.-B., Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, Aθήνα, Eκδόσεις Kέδρος, 1986.
    
Rank, O. (1924). The Trauma of Birth in its importance for Psychoanalytic Therapy.
    Psychoanal. Rev. 11 : 241-245.

Spitz, R.A. (1950). Anxiety in Infancy: A Study of its Manifestations in the First Year     of Life. Int. J. Psycho-Anal., 31:138-143

Συνοπτικά βιογραφικά στοιχεία του Χρήστου Ζερβή

Γεννημένος στην Καλαμάτα το 1958. Πτυχιούχος Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1982). Ειδικότητα στην Ψυχιατρική και στην Παιδοψυχιατρική στο Πανεπιστήμιο Paris XII, στη Γαλλία, Licence de Philosophie στο Πανεπιστήμιο Paris V, Μεταπτυχιακό δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο Paris VII. Διδακτορική διατριβή στην Ψυχανάλυση, με θέμα «Η πρακτική του Φρόυντ», στο Πανεπιστήμιο Paris VII (καθ. J. Laplanche).
Εκπαίδευση στην ψυχανάλυση στο Iνστιτούτο Ψυχανάλυσης Παρισίων και από το 2001, μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων (S.P.P.). Πρόσεδρο μέλος (2001) και από το 2017 Διδάσκων αναλυτής  της Eλληνικής Ψυχαναλυτικής Eταιρείας.
Διδάσκων στο Tμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου από το 1994 μέχρι το 2009 (Ψυχοπαθολογία, Κλινική Ψυχιατρική, Γεροντολογία).
Eπιμελητής (1998-2003) και από το 2003 Διευθυντής στο Tμήμα Ψυχιατρικής Eφήβων και Nέων  του Γ.Ν.Α. «Γιώργος Γεννηματάς».
Συμμετοχή σε συνέδρια, οργάνωση σεμιναρίου για την εφηβεία, συγγραφή άρθρων και βιβλίων.

Ενδεικτικά βιβλία: Ψυχοπαθολογία του Eνήλικα (1996), Πέντε ψυχαναλυτές μιλούν για τη σχέση ψυχανάλυσης και ψυχαναλυτικής  ψυχοθεραπείας  (συλλ. 2003), H ψυχανάλυση στον 21ο αιώνα (συλλ. 2003), Ο οριακός ασθενής (συλλ. 2005),  Ψυχαναλυτική σκέψη - Επιστημολογία και Διεπιστημονικότητα  (συλλ. 2007), Οι γυναικείες μορφές στο μύθο (συλλ. 2008), De l'inhibition à l'hyperactivité (συλλ. 2012), Το Κενό, Το Αρχαϊκό, Το Ψυχικό Τραύμα – Ψυχαναλυτικές Συναντήσεις με τον Οριακό Ασθενή (συλλ. 2014) κ.ά.

Αποτελεί πραγματική τιμή για τα Νέα της Ειδικής Αγωγής & Εκπαίδευσης η ευγενής παραχώρηση από τον διακεκριμένο Ψυχαναλυτή Χρήστο Ζερβή του αδημοσίευτου άρθρου του, με θέμα ''Ο ρόλος του άγχους στην ψυχική λειτουργία'', που απασχολεί έντονα την κοινωνία μας.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Χρήστο Ζερβή.


Πόπη Γ. Γεωργίου

  • Επίτιμη Πρόεδρος του Συλλόγου Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού Ειδικής Αγωγής Αττικής - ΣΕΕΠΕΑ ΑΤΤΙΚΗΣ
  • Επίτιμο Μέλος του Ινστιτούτου Μελετών και Ερευνών Γενικής και Ειδικής Εκπαίδευσης - Ι.Μ.Ε.Γ.Ε.Ε.
  • Ψυχολόγος

Στοιχεία Επικοινωνίας

  • τηλέφωνο : 2109319091
  • email : popigeorgiou@yahoo.gr

Επισκεψιμότητα

Online από 22/3/2018

000529094
Online 46

Καιρός

Η σελίδα μας στο Facebook

Copyright Πόπη Γεωργίου, Όροι Χρήσης
Produced by agorainfo
X

Αντιγραφή περιεχομένου

Η αντιγραφή περιεχομένου απαγορεύεται!